Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ραγδαία κλιμάκωση της κρίσης - Ανησυχία στην Αθήνα

Η Αγκυρα προσπαθεί να εμφανίσει το Αιγαίο σαν ένα πέλαγος όπου ναι μεν υπάρχουν ελληνικά νησιά σε όλη σχ εδόν την έκτασή του, αλλά αυτά δεν οριοθετούν τη θαλάσσια συνοριακή γραμμή των δύο χωρών.

Μετά από μία μακρά περίοδο σχετικής ύφεσης, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε περίοδο έντασης και αβεβαιότητας. Το κλίμα αυτό καλλιεργείται συστηματικά τον τελευταίο καιρό από τον Ρετζέπ-Ταγίπ Ερντογάν με την προβολή ανοιχτά αναθεωρητικών - επεκτατικών διεκδικήσεων. Διεκδικήσεις οι οποίες είναι ένα επίπεδο πιο πάνω από τον καλυμμένο επεκτατισμό του μετακεμαλικού καθεστώτος όπως τον βίωσε η Ελλάδα τις περασμένες δεκαετίες.
Δεν είναι μόνο η νεο-οθωμανική ιδεολογία που ωθεί τον Τούρκο πρόεδρο να αμφισβητεί ευθέως τη Συνθήκη της Λωζάννης. Είναι κυρίως η γεωπολιτική ρευστοποίηση που

συντελείται στα νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας. Τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ρώσοι κλιμακώνουν τη στρατιωτική εμπλοκή τους επειδή ακριβώς επιδιώκουν να έχουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου χάρτη της περιοχής. Κεντρικός παίκτης σ’ αυτή τη στρατιωτική - διπλωματική διελκυστίνδα είναι ο κουρδικός παράγοντας. Οι μεν Κούρδοι του Ιράκ έχουν δημιουργήσει το δικό τους άτυπο κράτος. Οι δε Κούρδοι της Συρίας, στους οποίους κυριαρχεί πολιτικά το τοπικό παρακλάδι του PKK, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο. Η Τουρκία βιώνει αυτές τις εξελίξεις ως γεωπολιτικό εφιάλτη λόγω του κουρδικού «καρκίνου» που έχει στους κόλπους της.

Σε δύο μέτωπα

Ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, ο Ερντογάν θεώρησε ότι στο πλαίσιο της κυοφορούμενης νέας τάξης πραγμάτων στην περιοχή μεθοδεύεται όχι μόνο η δική του εξόντωση, αλλά και ο ακρωτηριασμός της Τουρκίας. Τα γεγονότα αυτά τον εξώθησαν να εμπλέξει στρατιωτικά τη χώρα του και στα δύο μέτωπα: έστειλε Στρατό και στο βόρειο Ιράκ και στη βόρεια Συρία.

Στο βόρειο Ιράκ οι Τούρκοι έχουν φτιάξει μία βάση στη μεθοριακή πόλη Μπασίκα επιδιώκοντας να συμμετάσχουν στην ανακατάληψη της Μοσούλης από το Ισλαμικό Κράτος. Οπως είχε δηλώσει ο Ερντογάν, «θα είμαστε στη μάχη για να είμαστε και στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων». Ομολογημένος στόχος του είναι να βάλει στο χέρι την πετρελαιοφόρο επαρχία της Μοσούλης. Γι’ αυτόν τον λόγο ούτε οι Κούρδοι, ούτε η Βαγδάτη ήθελαν τους Τούρκους στον συνασπισμό των δυνάμεων που πολιορκεί τη Μοσούλη. Ετσι, η Ουάσινγκτον τους απέκλεισε. Αυτό σημαίνει ότι οι νεο-οθωμανοί θα μείνουν χωρίς καρέκλα στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων. Και όχι μόνο αυτό. Η άρνηση των Τούρκων να αποσυρθούν από την ιρακινή επικράτεια οδήγησε τη Βαγδάτη όχι μόνο να νομιμοποιήσει μία ελεγχόμενη από το ΡΚΚ πολιτοφυλακή Κούρδων Γεζίντι, αλλά και να τους εξοπλίσει με κρατικούς πόρους. Το ίδιο κάνουν και οι Αμερικανοί.

Εξίσου προβληματική είναι και η κατάσταση των Τούρκων στη Συρία. Οπως είναι γνωστό, μία τουρκική δύναμη, επικουρούμενη από ισλαμικές πολιτοφυλακές, έχει εισβάλει στη βόρεια Συρία με την ανοχή και των Αμερικανών και των Ρώσων με σκοπό να δημιουργήσει μια συνοριακή ζώνη.

Στις 24 Νοεμβρίου, πρώτη επέτειο από την κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού από τουρκικό F-16, δύο συριακά αεροσκάφη βομβάρδισαν το στρατηγείο των Τούρκων λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αλ Μπαμπ, αφήνοντας πίσω αρκετούς νεκρούς και τραυματίες.
Ο βομβαρδισμός δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Ρώσων, οι οποίοι ελέγχουν τον εναέριο χώρο της Συρίας. Το γεγονός μάλιστα ότι έγινε τη συγκεκριμένη σημαδιακή ημερομηνία αποτελεί και μία έμμεση εκδίκηση από την πλευρά της Μόσχας. Μπορεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν να φλερτάρει πολιτικά με τον Ερντογάν, αλλά πρόκειται για λυκοφιλία. Ο Τούρκος πρόεδρος πήρε το μήνυμα και αυτό προκύπτει από τρία στοιχεία:

■ Πρώτον, από την υποτονική αντίδραση της Αγκυρας στον βομβαρδισμό.

■ Δεύτερον, από το γεγονός ότι οι Τούρκοι σταμάτησαν την προέλασή τους προς την Αλ Μπαμπ.

■ Τρίτον, από την αναδίπλωση της Αγκυρας όταν η Μόσχα αντέδρασε δημοσίως στη δήλωση Ερντογάν ότι σκοπός του είναι η ανατροπή του Ασαντ.

Ο Ερντογάν όμως έχει ζωτική ανάγκη από έστω και συμβολικές νίκες. Στην Αγκυρα μάλιστα τείνει να επικρατήσει η επικίνδυνη αντίληψη ότι ναι μεν στο Ιράκ και στη Συρία υπάρχουν αμερικανικά και ρωσικά εμπόδια, αλλά δεν ισχύει το ίδιο στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Με άλλα λόγια, τείνει να επικρατήσει η αντίληψη ότι στα δύο αυτά μέτωπα με τον Ελληνισμό υπάρχουν περιθώρια για εύκολα γεωπολιτικά κέρδη. Στο Κυπριακό οι Τούρκοι προτιμούν μία λύση τύπου Ανάν. Κι αυτό επειδή θα τους επιτρέψει όχι μόνο να παραμείνουν στρατιωτικά στη Μεγαλόνησο, αλλά και να θέσουν υπό γεωπολιτική ομηρία και το ελληνοκυπριακό κρατίδιο. Εάν, όμως, η Αθήνα αρνηθεί μέχρι τέλους να συμπράξει σε μια συνθήκη εγγυήσεων, δηλαδή στη νομιμοποίηση του στρατού κατοχής, το ενδεχόμενο προσάρτησης των Κατεχομένων δεν είναι απίθανο. Ο πειρασμός του Ερντογάν να επεκτείνει και τυπικά την τουρκική επικράτεια για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1930 θα είναι μεγάλος λόγω του ισχυρού πολιτικού συμβολισμού.

Στο ελληνοτουρκικό μέτωπο το έδαφος είναι στρωμένο. Από το 1973 που διεκδίκησε την υφαλοκρηπίδα του ανατολικού Αιγαίου η Αγκυρα οικοδομεί τις προϋποθέσεις μιας ιδιότυπης πολιορκίας των ελληνικών νησιών, η οποία προοπτικά θα της επέτρεπε να εγείρει και εδαφικές διεκδικήσεις. Εμφάνιζε τη νησιώτικη αλυσίδα από τη Σαμοθράκη μέχρι το Καστελόριζο να «κάθεται» σε τουρκική υφαλοκρηπίδα και να περιβάλλεται από εναέριο χώρο ελεγχόμενο από την Τουρκία.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα έγινε στις αρχές του 1996 με την προβολή της θεωρίας περί «γκρίζων ζωνών», η οποία και προκάλεσε την κρίση στα Ιμια. Τότε, για πρώτη φορά η Τουρκία όχι μόνο διεκδίκησε ελληνικό έδαφος, αλλά και δημιούργησε τετελεσμένο. Η πρόκληση κρίσης και η απειλή πολέμου υποχρέωσαν την Αθήνα ουσιαστικά να αποδεχτεί το «γκριζάρισμα» των δύο αυτών βραχονησίδων. Η πάγια τακτική της Αγκυρας είναι να εγείρει μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις και στη συνέχεια να καλεί την Αθήνα να διαπραγματευτεί, δηλαδή να μοιράσει τα ελληνικά δικαιώματα. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την άσκηση στρατιωτικής πίεσης ως διπλωματικό όπλο.

Η Ιστορία διδάσκει πως όταν η Αγκυρα προσθέτει μία νέα μονομερή διεκδίκηση στο καλάθι των Ελληνοτουρκικών, δεν την ξεχνάει. Την καλλιεργεί με επιμονή και συστηματικότητα ώστε να την εγγράψει στη συνείδηση του διεθνούς συστήματος ως υπαρκτή διαφορά που χρειάζεται επίλυση μέσω συμβιβασμού. Η ευθεία αμφισβήτηση της Λωζάνης από τον Ερντογάν ειπώθηκε για να μπει στο τραπέζι. Η υπόθεση των Ιμίων κατέστη ζωτικής σημασίας επειδή χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά για την προώθηση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Το τουρκικό διάβημα (29-1-1996) ήγειρε ευρύτερη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας. Στόχος των Τούρκων δεν ήταν να επεκτείνουν κατά δύο-τρία μίλια δυτικότερα τα σύνορα, αλλά να μετατρέψουν σε «γκρίζα ζώνη» ένα μεγάλο τμήμα του Αιγαίου.

Η Αγκυρα προσπαθεί να εμφανίσει το Αιγαίο σαν ένα πέλαγος όπου ναι μεν υπάρχουν ελληνικά νησιά σε όλη σχεδόν την έκτασή του, αλλά αυτά δεν οριοθετούν τη θαλάσσια συνοριακή γραμμή των δύο χωρών. Το Αιγαίο, όμως, δεν είναι μία θάλασσα που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο παράκτιων χωρών, όπως υποστηρίζουν οι Τούρκοι. Η μισή περίπου έκτασή του είναι ελληνικός εθνικός χώρος. Και ο υπόλοιπος είναι διεθνής χώρος, ο οποίος όμως συνδέει ελληνικά νησιά με την ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η θάλασσα αυτή δεν έχει την ίδια σημασία για τις δύο χώρες. Γι’ αυτό και τα εκτός Διεθνούς Δικαίου μέτρα που τις εξισώνουν λειτουργούν προς όφελος της Τουρκίας.

Είναι προφανές ότι εάν η Τουρκία αποκτούσε την κυριαρχία έστω και μιας μόνο βραχονησίδας δυτικά της αλυσίδας Σαμοθράκη-Λήμνος-Λέσβος-Χίος-Σάμος-Κάλυμνος-Κως- Ρόδος-Καστελόριζο, όχι μόνο θα ανέτρεπε το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, αλλά και θα άλλαζε ριζικά τον χαρακτήρα του Αιγαίου. Η δήλωση της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ εκείνη την εποχή στην εφημερίδα «Χουριέτ» ήταν σαφέστατη: «Μέχρι τώρα η Τουρκία υποσυνείδητα αποδεχόταν ότι τα νησιά αυτά έμπρακτα ανήκουν στην Ελλάδα. Εμείς θα το αλλάξουμε αυτό». Ελάχιστες ημέρες μετά την κρίση (3-2-1996) η Τσιλέρ είχε δηλώσει ότι θα φέρει στο διεθνές προσκήνιο το καθεστώς 1.000 περίπου νησίδων και βραχονησίδων που αποτελούν τουρκικό έδαφος! Το 1998, ο τότε Τούρκος πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (δήλωση στη «Χουριέτ») είχε κατεβάσει τον αριθμό ισχυριζόμενος ότι 132 νησίδες ανήκουν στην Τουρκία! Ετσι έφτασαν στο σημείο να διεκδικούν και τη Γαύδο!

Η Αγκυρα πάτησε στο προηγούμενο των Ιμίων για να αποσταθεροποιήσει την ελληνική κυριαρχία και σε κατοικημένες νησίδες. Στις 29-1-1996 είχε ονομαστικά αναφέρει ως «γκρίζες ζώνες» όχι μόνο τα Ιμια, αλλά και τα κατοικημένα νησιά Ψέριμο και Φούρνους! Από τη δεκαετία του 2000 η Τουρκία συμπεριφέρεται σαν το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι να είναι δικό της έδαφος. Η διεκδίκηση έχει μετεξελιχθεί από θεωρητική σε έμπρακτη. Τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τη νησίδα Παναγιά και τις Οινούσσες, κοντά στη Χίο.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση χαρακτήρισε απαράδεκτη την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης και αντιτίθεται στις στρατιωτικές περιπέτειες του Ερντογάν στο Ιράκ και στη Συρία, πλειοδοτεί σε εθνικισμό-επεκτατισμό έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτές τις ημέρες ο αρχηγός της Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου δήλωσε ότι 18 τουρκικές νησίδες είναι υπό ελληνική κατοχή (!) και η τουρκική κυβέρνηση αδιαφορεί. Ουσιαστικά την κάλεσε να αναλάβει δράση. Δεν είναι η πρώτη φορά. Πριν από καιρό είχε δηλώσει: «Ας κοιτάξει (ο Ερντογάν) τα 16 νησιά που επί της εποχής του παραδόθηκαν και όπου υψώθηκε ελληνική σημαία»! Απαντώντας σ’ αυτή την πίεση, ο υπουργός Εξωτερικών της γείτονος Μεβλούτ Τσαβούσογλου έγραψε αυτές τις ημέρες άρθρο στη «Μιλιέτ» για να ισχυριστεί ότι τα Ιμια είναι τουρκικά.

Οι κεμαλιστές κατηγορούν τον Ερντογάν ότι δεν διεκδίκησε με αποφασιστικότητα τα κατοικημένα ελληνικά νησιά που η Αγκυρα θεωρεί γκρίζες ζώνες. Οι νεο-οθωμανοί είναι εξίσου εθνικιστές με τους κεμαλιστές. Στα Ελληνοτουρκικά άλλωστε είχε από νωρίς επέλθει μία ώσμωση μεταξύ των δύο βασικών τουρκικών ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων. Για χρόνια, όμως, ο Ερντογάν εμφανιζόταν πιο ευέλικτος και λιγότερο επιθετικός. Η αιτία ήταν πως προτεραιότητά του ήταν ο εσωτερικός πόλεμος με το κεμαλικό «βαθύ κράτος». Μία κρίση με την Ελλάδα θα έδινε στους αντιπάλους του χώρο και ευκαιρία να τον ανατρέψουν.
Αυτή η αναστολή σήμερα δεν υφίσταται. Εκτός αυτού, ο Τούρκος πρόεδρος δεν μπορεί να εδραιωθεί ως εθνικός ηγέτης μόνο με καταστολή και εκκαθαρίσεις. Χρειάζεται και ένα ιδεολογικό όχημα. Για να συσπειρώσει γύρω του την κρατική γραφειοκρατία και κυρίως τους στρατιωτικούς, οι οποίοι δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα, ο Τούρκος πρόεδρος παίζει δυνατά το χαρτί του εθνικισμού-επεκτατισμού. Αυτός άλλωστε είναι ο κοινός παρονομαστής, καθότι αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής κρατικής ιδεολογίας.
Στ. Λυγερός-ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η Πελασγία από ψηλά