Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

«Δεν έφταιγεν ο ίδιος…»

 Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε...
Διαβάζοντας όσα μπόρεσα για τα «Δύο Χρόνια ΣΥΡΙΖΑ» δεν κατάλαβα γιατί τόση φλυαρία.
Ο αντικειμενικός απολογισμός τους συνοψίζεται σε δύο απλές φράσεις.
Το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ήλθε στην κυβέρνηση με ένα πλούσιο πολιτικό κεφάλαιο. Δύο χρόνια αργότερα, παλεύει να κρατηθεί με το ζόρι στην εξουσία.
Συνεπώς στο ενδιάμεσο κάτι συνέβη. Κάτι πήγε στραβά. Κάτι έγινε λάθος.
Για την οικονομία της συζήτησης θα προσπεράσω το πρώτο εξάμηνο - ας το θεωρήσουμε μαθητεία και δίδακτρα.
Αλλά θα επικεντρωθώ στο διάστημα μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Οι επιλογές του Αλέξη Τσίπρα ήταν καθαγιασμένες από τη λαϊκή ψήφο, με ένα δύσκολο Μνημόνιο αλλά κι ένα καθαρό πεδίο μπροστά του.
Η κοινωνία έμοιαζε παραιτημένη. Η ΝΔ διαλυμένη - έψαχνε για αρχηγό. Η υπόλοιπη αντιπολίτευση πηγαινοερχόταν παραζαλισμένη.
Να υπενθυμίσω ότι δύο μήνες νωρίτερα η αντιπολίτευση είχε συμπεριφερθεί με πρωτόγνωρη για την Ελλάδα ανιδιοτέλεια και μεγαλοψυχία. Στήριξε την κυβέρνηση στο Μνημόνιο και βοήθησε τον Πρωθυπουργό να σταθεί όρθιος μετά την κωλοτούμπα. Κοινώς, του χάρισε τις εκλογές.  

Ο κόσμος έδειχνε να τον εμπιστεύεται. Οι Ευρωπαίοι ήθελαν να τον βοηθήσουν. Τα «συμφέροντα» σήκωσαν λευκή σημαία και σπρώχνονταν να τα βρουν με την κυβέρνησή του.

Ο Τσίπρας ήταν σχεδόν άφθαρτος και σίγουρα πανίσχυρος. Μπορούσε να διαμορφώσει ένα νέο εθνικό πλαίσιο που θα έσπρωχνε μπροστά την Ελλάδα και μέσα σε αυτό να διεκδικήσει τον κυρίαρχο ρόλο.
Το πιθανότερο είναι ότι θα τον κέρδιζε. Και θα διέλυε έτσι εκ των πραγμάτων τον φόβο της παρένθεσης και την υποψία του περαστικού.

Εκανε ακριβώς το αντίθετο. Διεκδίκησε έναν κυρίαρχο ρόλο, αδιαφορώντας για το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα τον ασκούσε. Αντί να δει τη μεγάλη εικόνα, έμεινε στις λεπτομέρειες.  
Προσπάθησε να διαχειριστεί το καινούργιο με το χειρότερο παλιό του ΠαΣοΚ που μετακόμισε στον ΣΥΡΙΖΑ και το χειρότερο παλιό της ΝΔ που πήγε στους ΑΝΕΛ.  

Και φυσικά έσπασε τα μούτρα του. Σπατάλησε απερίσκεπτα το πολιτικό του κεφάλαιο σε βλακώδεις και ανούσιες αψιμαχίες. Ωστε τώρα που οι αψιμαχίες έγιναν μάχες δεν έχει κεφάλαιο για να τις παλέψει.

Είναι τυχαίο ότι σε κανένα πεδίο η διακυβέρνηση δεν έχει να επικαλεστεί την ετυμηγορία του αποτελέσματος;  
Δεν λέω ότι οι περιστάσεις ήταν οι καλύτερες ή ότι οι καιροί ήταν οι ευκολότεροι. Ελαφρυντικά ίσως υπάρχουν. Αλλά κανείς δεν διαλέγει τις περιστάσεις και τους καιρούς που θα κυβερνήσει.

Αντιθέτως, είναι οι περιστάσεις και οι καιροί που αποτελούν μέτρο για το μπόι του καθενός.
Διότι η διακυβέρνηση και τελικά η εξουσία είναι μια επώδυνη άσκηση ικανοτήτων, κρίσης, γνώσεων, προσαρμοστικότητας και προνοητικότητας. Η οποία διασφαλίζεται μόνο μετά από σκληρή μαθητεία και επίπονη προετοιμασία.

Είναι μια άσκηση που δεν επιτρέπει ψευδαισθήσεις, ούτε αυταπάτες, ούτε λάθος υπολογισμούς - δυστυχώς ή ευτυχώς...

Με άλλα λόγια, δεν είναι «παίξε, γέλασε». Πολύ φοβούμαι ότι ελάχιστοι στον ΣΥΡΙΖΑ συνειδητοποιούσαν σε τι μπλέκουν και πολύ λιγότεροι είχαν μετρήσει τις δυνάμεις τους.

Εκεί ακριβώς χάθηκε το παιχνίδι. Πήγαν να κάνουν μια δουλειά που δεν την ήξεραν, δεν την έμαθαν κι ούτε ήταν γι' αυτούς. Διότι δημοκρατία δεν σημαίνει ότι όλοι τα σφάζουν όλα κι όλα τα μαχαιρώνουν.
Μαζί τους ξεψυχάει ένα ολόκληρο πολιτικό μοντέλο. Και γι'  αυτό αν η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιτευχθεί με όρους μέλλοντος, κινδυνεύει να πραγματοποιηθεί με όρους παρελθόντος.

Ο συλλογισμός τελικά οδηγεί στον Μανώλη Αναγνωστάκη:
«Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε/
η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες/
κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι/
και δεν ακούσαν των παλιών τις υποθήκες»

Κάπως έτσι το «άφθαρτος» καταλήγει συνώνυμο του «αδοκίμαστου», του «ανέτοιμου» και τελικά του «ανεπαρκούς».
Ο χρόνος τρέχει. Η φθορά πολλαπλασιάζεται. Τα βάρη συσσωρεύονται. Οι ανοχές κι οι αντοχές των ανθρώπων εξαντλούνται.

Εως ότου ο «άφθαρτος» γίνει «ανεπιθύμητος».
Γ. Πρετεντέρης-ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η Πελασγία από ψηλά