Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ είχε πάντα μεγάλη έγνοια πώς θα τον καταγράψει η Ιστορία. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου είχε διατελέσει μάλλον αποτυχημένος υπουργός και Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, έγραψε ένα τετράτομο βιβλίο με τίτλο «Η Παγκόσμια Κρίση». Κυκλοφόρησε μεταξύ 1922 και 1929.
Οταν ο τότε αρχηγός των Συντηρητικών Στάνλεϊ Μπάλντουιν το πήρε στα χέρια του, φέρεται να είπε:
– Ο Ουίνστον έγραψε τέσσερις τόμους για τον εαυτό του και τους ονόμασε «Η Παγκόσμια Κρίση».
Για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου διαδραμάτισε τον ρόλο που όλοι ξέρουμε, ο Τσόρτσιλ ήταν πιο προνοητικός:
– Η Ιστορία θα με αντιμετωπίσει πολύ ευνοϊκά.
– Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο συνομιλητής του.
– Σκοπεύω να τη γράψω ο ίδιος, ήταν η αποστομωτική απάντησή του.
Έγραψε λοιπόν τον «Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» σε πέντε τόμους που κυκλοφόρησαν μεταξύ 1948 και 1950. Και πήρε το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Ηταν μια μικρή εισαγωγή για να καταλήξω πως όσοι πολιτικοί γράφουν βιβλία αναμνήσεων ή μαρτυριών γράφουν τελικά για τον ίδιο πάντα λόγο: για τον εαυτό τους.
Ασφαλώς ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι Τσόρτσιλ. Αλλά το πολυσέλιδο έργο που παρουσίασε στα βιβλιοπωλεία δεν έχει διαφορετικό ακροατήριο. Απευθύνεται στον ίδιο και αφορά τον ίδιο.
Δεν χρειάζονται λοιπόν περαιτέρω εξηγήσεις στην απορία (που κι εγώ διατύπωσα) «γιατί το έγραψε;». Ενδεχομένως να υπάρχουν και
άλλες σκοπιμότητες. Αλλά πάντως μικρότερης σημασίας.Το ίδιο το βιβλίο δεν θα απειλήσει το Νομπέλ Λογοτεχνίας του Τσόρτσιλ, ούτε κανενός άλλου.
Είναι φλύαρα πολυσέλιδο, η πλοκή και η διάταξη της ύλης είναι μπερδεμένες, οι χαρακτήρες αμφιλεγόμενοι και συγκεχυμένοι. Ποτέ δεν ξέρεις αν έχεις να κάνεις με παντελώς ανίδεους ή με εντελώς ηλίθιους.
Είναι μια σύγχυση όμως που κατά τα άλλα εμπεριέχει και μέρος από την ειλικρίνεια των πραγμάτων.
Μιλάμε για μια ομάδα ανθρώπων απερίγραπτης σύνθεσης, με αντικρουόμενες προθέσεις, εκατέρωθεν αντιπάθειες και παλιομοδίτικες αντιλήψεις, που επιχειρούσαν ουρανοκατέβατοι να διοικήσουν μια χώρα σε κρίση.
Δεν αξίζει να τους κατηγορήσει κανείς ότι τα έκαναν σαν τα μούτρα τους. Αυτό μπορούσαν διότι ούτε ήξεραν ούτε μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο. Τόσο απλό.
Πέρα από το λογοτεχνικό σκέλος, το βιβλίο δεν περιλαμβάνει ανατροπές, ούτε αποκαλύψεις γεγονότων που δεν ξέραμε, ούτε ερμηνείες που ξαφνιάζουν. Κι ούτε προσφέρουν κάτι επί της ουσίας οι δραματοποιημένοι διάλογοι ή τα τηλεφωνήματα που μεταφέρει ο συγγραφέας του.
Ο ιστορικός του μέλλοντος δηλαδή δεν θα βρει πολλά καινούργια στοιχεία σε αυτές τις σελίδες.
Συνιστά όμως μια εκδοχή της αλήθειας. Οπως για τα ίδια γεγονότα έχουν γράψει επίσης την αλήθεια τους η Μέρκελ, και ο Σόιμπλε, και ο Ολάντ, και ο Παπακωνσταντίνου, και ο Βαρουφάκης, και ο Τσακαλώτος, ενδεχομένως και άλλοι…
Γιατί λοιπόν να μην αφηγηθεί τη δική του εκδοχή κι ο Τσίπρας; Οποια κι αν είναι η απώτερη επιδίωξή του.
Βεβαίως, ο πρώην πρωθυπουργός εκκαθαρίζει λογαριασμούς. Κανείς δεν του γλιτώνει, αλλά χωρίς ο ίδιος να αποδίδει στον εαυτό του την παραμικρή ευθύνη για όσους δεν γλίτωσαν. Είπαμε: ούτε ήξεραν ούτε μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο.
Σε όλους όμως έχει κάτι κακό ή επιλήψιμο να προσάψει. Παραβλέποντας ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν καμία τεχνογνωσία διακυβέρνησης, ούτε καν μια στοιχειώδη πολιτική εμπειρία.
Δεν ήξεραν πού πατούσαν. Αραχτούς τούς μάζεψε από τα καφενεία και τα σούρτα – φέρτα των διαδηλώσεων.
Πέρα από τους εσωκομματικούς λογαριασμούς, το βιβλίο είναι διάσπαρτο με μια εχθρότητα για τον Μητσοτάκη που ξεπερνάει τον εύλογο ανταγωνισμό δύο αντίπαλων πολιτικών αρχηγών.
Του Μητσοτάκη η εκλογή «σηματοδότησε την έναρξη μιας αδίστακτης πολιτικής γραμμής που κερδίζει επάξια τον τίτλο “να πέσει ο Τσίπρας με κάθε μέσο”» (σ. 364-365).
Παρόλο που ουδείς θυμάται τον Τσίπρα να πολιτεύεται αντιστοίχως με βρετανικό φλέγμα και γαλατική κοσμιότητα.
Ακόμη και για τις ανοίκειες προσωπικές επιθέσεις στη σύζυγο του Μητσοτάκη, ο Τσίπρας αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για αθλιότητα που «μας έκανε τελικά ζημιά», αλλά… ευθύνεται ο ίδιος «ο Μητσοτάκης και οι σπόνσορές του» (σ. 548).
Σαν να αισθάνεται δηλαδή ότι ο Μητσοτάκης τού έκοψε τον δρόμο και του το χρωστάει.
Οντως του έκοψε τον δρόμο; Δεν είμαι βέβαιος. Στο κάτω κάτω, και στη σκηνή της ελληνικής πολιτικής, ο Τσίπρας ήταν η απρόβλεπτη μεταβλητή. Οχι ο Μητσοτάκης.
Πράγμα το οποίο έμμεσα παραδέχεται κι ο ίδιος λέγοντας πως η Συμφωνία των Πρεσπών «ήταν μια στρατηγική επιλογή με καθαρό ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο» (σ. 538).
Στην ουσία δηλαδή οι Πρέσπες ήταν στο μυαλό του κάτι που από την αρχή πολλοί είχαμε υποψιαστεί. Οχι μια πράξη εξωτερικής πολιτικής ή έστω μια κίνηση εξομάλυνσης, αλλά μια απόπειρα αναδιάταξης του εσωτερικού πολιτικού σκηνικού. Και αυτή την εκδοχή είχε υιοθετήσει και πολέμησε ο Μητσοτάκης.
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επεκταθούμε άλλο.
Ο Τσίπρας έγραψε ένα βιβλίο για τον εαυτό του και το ονόμασε «Ιθάκη». Οι υπόλοιποι δεν έχουν λόγο να αντιδικούν ή να διαπληκτίζονται για τον εαυτό του Τσίπρα.
Και θα σταματούσαμε εδώ. Αν το βιβλίο δεν είχε και μια παιδαγωγική σημασία για τη δημοκρατία μας.
Πως μια διακυβέρνηση δεν είναι υπόθεση ερασιτεχνών, ούτε η διαχείριση του κράτους αποτελεί πεδίο δοκιμών για ουρανοκατέβατους εθελοντές.
Κι ότι το κράμα υποκειμενισμού, βολονταρισμού και ασχετοσύνης που χαρακτήρισε τη διακυβέρνηση Τσίπρα μπορούσε να αποδειχθεί θανάσιμο. Ευτυχώς τη γλιτώσαμε. Στο φτερό.
Σε τελευταία ανάλυση, είναι εντελώς διαφορετικό να φωνάζεις συνθήματα εναντίον εκείνων που ασκούν πολιτική κι άλλο πράγμα να νομίζεις ότι κάνεις πολιτική φωνάζοντας συνθήματα.
Γ. Πρετεντέρης-ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σεβαστείτε το ελεύθερο βήμα σχολιασμού και διαλόγου. Ανωνυμία δεν σημαίνει και ασυδοσία.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Σημείωση : Κάθε υβριστικό , προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται...
Σχόλια με ονομαστικές αναφορές που περιέχουν ατεκμηρίωτες καταγγελίες θα διαγράφονται.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.