Ο Αντώνης ζει τον μύθο του. Ξάφνου όλοι οι προβολείς στέκονται επάνω του. Από την μοναξιά της συνταξιοδότησης, στο μεγαλείο του ρυθμιστή. Από την έρημο της μεταπρωθυπουργικής απραξίας, στους ανθισμένους κήπους των πρωτοσέλιδων και των τηλεοπτικών αναλύσεων. Από την θανατερή ησυχία ενός τηλεφώνου που δεν χτυπούσε, στο συνεχές ντριν-ντριν από διάφορους κολασμένους και εγκαταλελειμμένους της πολιτικής που παρακαλούν «πάρε με κι εμένα». Από την αδράνεια του απομονωμένου γέροντα, στην αδρεναλίνη του κυβερνήτη αόρατου υποβρυχίου που ετοιμάζεται να πατήσει το κουμπί για να φύγει η τορπίλη. Λίγο το χεις;
Ο Αντώνης ζει την ανανεωμένη του δόξα. Από απόμαχος Μεσσηνιάρχης, ξανά πανελλαδικός δερβέναγας. Από Novartiανός κατηγορούμενος του «μεγαλύτερου σκανδάλου από συστάσεως του ελληνικού κράτους», εκλεκτός των Τσιπρικών, των αποδέλοιπων Συριζαίων, των Ζωη-Κωνσταντοπουλικών και των Βαρουφακικών. Από συνταξιούχο που δεν είχε δουλειά να κάνει –πλην ίσως την συγγραφή των απομνημονευμάτων του- σε πρόθυμο μεταφορέα όλων των προσδοκιών μιας κουτσής ελληνικής αριστεράς, που















