Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Τα πολλά χρώματα της αποχής


Tα γκάλοπ, και τα παραδοσιακά που διενεργούνται στη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα αλλά και οι δημοσκοπήσεις εξόδου, τα ’χουν τα προβλήματά τους, το ξέρουμε πια. Έχουν επίσης τη ρυθμιστική της κοινής γνώμης υστεροβουλία τους, καθώς και την ικανότητα να μας μπλέκουν σ’ έναν καβγά για το περίπου φαίνεσθαι και για το αυθαιρέτως εικάζειν, όπως συνέβη την περασμένη Κυριακή, και ενώ είχαν ήδη αρχίσει τα αυθεντικά γεννητούρια της κάλπης. Αλλά κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια απολύτως αντικειμενική και άψογα επιστημονική δημοσκόπηση, όπου μάλιστα κανείς από τους ερωτώμενους δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να δώσει λαθεμένη απάντηση (χάριν αστεϊσμού ή από προβοκατόρικη διάθεση), και πάλι δεν θα μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι για το πόσα ρυάκια ή ποταμάκια συνέκλιναν ώστε να σχηματιστεί το μέγα ρεύμα της αποχής, αυτό το πρωτοφανές 47%, το οποίο παραμένει ιλιγγιώδες ακόμα κι αν δεχτούμε ότι υπολογίζεται βάσει εκλογικών καταλόγων που το κράτος μας, αγχωμένο όπως ήταν με τις προτεραιότητες της επανίδρυσής του, δεν βρήκε το χρόνο να τους εκκαθαρίσει.

Πάντοτε υπήρχε εκλογική αποχή, ακόμα και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν η δίψα για την επί επταετία απαγορευμένη ψήφο και η όρεξη της συμμετοχής στα κοινά απέδιδαν στην αποχή τα γνωρίσματα της προσβολής απέναντι σε όσους είχαν δώσει την ψυχή τους για να μη στραγγαλιστεί η δημοκρατία από την τυραννία. Αλλά και προς την καρδιά της αθηναϊκής δημοκρατίας αν μετακινηθούμε, θα βρούμε κάμποσους πολίτες Αθηναίους με φρέσκο κόκκινο χρώμα πάνω στο χιτώνα τους. Ποια η προέλευσή του; Εντεταλμένοι Σκύθες τοξότες αναζητούσαν και εντόπιζαν στην αγορά, να κουβεντολογούν, όσους πολίτες όφειλαν να βρίσκονται την ώρα εκείνη στην Πνύκα, στην εκκλησία του δήμου, για να εκπληρώνουν τα ύψιστα δικαιώματά τους· για να μην μπορούν λοιπόν να απαιτήσουν τον προβλεπόμενο μισθό για τη συμμετοχή τους στα κοινά, τους έβαφαν το χιτώνα με ένα «σχοινίον μεμιλτωμένον», καταπώς λέει ο Αριστοφάνης, και τους σταμπάριζαν σαν λουφαδόρους.

Υπήρχε, λοιπόν, και υπάρχει αφενός η εξαναγκασμένη αποχή (τα νοσοκομεία, η μεγάλη ηλικία, ένα μακρινό ταξίδι κ.ο.κ.), που δεν ενδιαφέρει πολιτικά, και η οποία άλλωστε έχει αρκετά χαμηλή οροφή, και αφετέρου η αποφασισμένη, η συνειδητή. Η σχετική απόφαση ενδέχεται να είναι θυμική και στιγμιαία, δίχως προϊστορία και συνέχεια («δεν μου διορίσατε το παιδί, άρα κι εγώ θα σας στείλω το μήνυμα») ή, συνηθέστερα, να έχει διαρκέστερα και σαφώς πολιτικότερα χαρακτηριστικά, είτε σχετίζονται με μια διάσημη παλαιότερα ρήση του Καρλ Μαρξ (αν οι εκλογές ήταν επικίνδυνες, οι αστοί θα τις καταργούσαν, κάπως έτσι) είτε όχι. Υπάρχει επίσης κι ένα κομμάτι που παθιάζεται με το χαβαλέ, μικρό ή μεγάλο δεν μπήκαμε ποτέ στη σκέψη να το υπολογίσουμε, ο οποίος μάλλον δεν αφορά τα κοινωνικά στρώματα που συνηθίζουμε να αποκαλούμε λαϊκά· η λαϊκή (και όχι μικροαστική) αντισυστημικότητα, όταν εκδηλώνεται αυθορμήτως και ασχεδίαστα, παίρνει άγριες μορφές, δεν καλαμπουρίζει με το σύστημα.

Οι 2.227.000.789 λιγότεροι ψηφοφόροι εν συγκρίσει με τις βουλευτικές εκλογές του 2007 παραείναι πολλοί για να τους αποδοθούν κοινά γνωρίσματα και ενιαία συμπεριφορά ή για να στριμωχτούν σε δύο μόνο ή τρεις ομάδες, κατά την εικαζόμενη κομματική τους καταγωγή. Ούτε «ηλίθιοι» είναι βέβαια, όπως τους αποκάλεσε κάποια βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας (η οποία, παρεμπιπτόντως, με τη θορυβωδέστατη και πάντοτε εκτός νοήματος τηλεοπτική της δράση συγκαταλέγεται οπωσδήποτε στους πολιτικούς που παράγουν μαζική αποστροφή για την πολιτική), ούτε συλλήβδην αδιάφοροι για τα κοινά. Δεν είναι όμως ούτε οι νέοι «καταραμένοι», οι σύγχρονοι «αντάρτες» οι μετανεωτερικοί «άγιοι», όπως επιχειρεί να τους απεικονίσει η αθεράπευτα άσκεπτη τηλεοπτική δημαγωγία.

Εκτός από το μέγεθος της αποχής, τυπικά ευρωπαϊκό πλέον, πρωτοφανές μπορεί να θεωρηθεί και το εξής: Η καταγγελία του «εκλογικού θεάτρου» και η προπαγάνδιση υπέρ της ευκαιρίας για αποχή και όχι υπέρ του δικαιώματος στην αποχή (άλλο ευκαιρία, θέλω να πιστεύω, άλλο δικαίωμα) δεν προήλθε από τον φυσικό της χώρο, τον αντιεξουσιαστικό και τον αναρχικό, ή από κάποιους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή τέλος πάντων δεν προήλθε τόσο από εκεί. Η κύρια πηγή απ’ όπου εκπορευόταν ο υπέρ αποχής λόγος βρισκόταν, ω του παραδόξου θαύματος, στην καρδιά του συστήματος, και μάλιστα του μιντιακού συστήματος, το οποίο έχει επιβληθεί εν πολλοίς στο πολιτικό. Με το στυλάκι του βέβαια ο καθένας (άλλος σαν υπηρέτης της αγαπημένης του έτσι κι αλλιώς «κουλτούρας της σαχλαμάρας», κι άλλος σαν κατά δήλωσή του αυθεντικός διερμηνευτής του λαϊκού αισθήματος), εμφανίστηκαν αρκετοί προπαγανδιστές της αποχής, στα κανάλια κυρίως αλλά και σε περιοδικά και σε εφημερίδες και στο Διαδίκτυο, που δημαγώγησαν, ισοπέδωσαν, σπεκουλάρισαν. Ολοι αυτοί, όχι απλώς δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα, όποιο κι αν είναι το κόμμα που κυβερνά, αλλά έχουν και ισχύ μεγαλύτερη της κομματικής, όπως κατ’ επανάληψη έχει αποδειχθεί. Παρά να μπούνε όμως στον κόπο να δημιουργήσουν ένα δικό τους κόμμα ή έναν εκλογικό μηχανισμό για να αποτιμηθεί η δημοτικότητά τους (και να το βαφτίσουν, ας πούμε, Κόμμα της Αποχής, όπως οι άλλοι το ονόμασαν Κόμμα του Λευκού, ποντάροντας στην πιθανή σύγχυση), προτίμησαν απλώς να διαφημίσουν τα αγαθά της αποχής. Κι άλλοι τα προέβαλαν με στυλάκι απολιτίκ (αλλά τόσο σκληρά πολιτικό κατά βάθος, τόσο αντιδραστικό), παροτρύνοντας τους πιστούς τους να διευρύνουν την έννοια της λεγόμενης χαλαρής ψήφου έως τα όρια της χαλάρωσης σε μια υπνωτική ξαπλώστρα των Κυκλάδων, άλλοι, σεσημασμένοι δημαγωγοί, προέτρεπαν τους πιθανούς ψηφοφόρους «να γυρίσουν την πλάτη τους στα κόμματα» ή «να ρίξουν μια μούντζα στο σύστημα», επειδή «όλοι είναι ίδιοι, κι όλοι είναι τα ίδια χάλια». Αντί λοιπόν να πας να μαυρίσεις αυτούς που σου έχουν μαυρίσει τη ζωή, ιδού κάτι χαλαρωτικότερο: να πας να μαυρίσεις εσύ σε κάποια παραλία, αναθεματίζοντας ανάμεσα σε φρέντο και φρεντουτσίνο το άθλιο κομματικό σύστημα, και βέβαια το κακό το ριζικό μας. Ποικίλοι «Επώνυμοι Άρχοντες», στο «Σύστημα της Αρπαχτής», όπως οι ίδιοι με μηδενιστική σπουδή αλλά και με ναρκισσιστική προπέτεια το ζωγραφίζουν, αντιπρότειναν το «Κόμμα της Αραχτής», με μια βιαστική επίστρωση από «απέχθεια προς το κατεστημένο», του οποίου ωστόσο στυλοβάτες είναι και οι ίδιοι. Πόσους επηρέασαν, δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί. Σίγουρα πάντως όσοι αποφάσισαν αυθορμήτως, ίσως και με πόνο ψυχής, να δώσουν στην πίκρα ή την οργή τους τη μορφή της αποχής, στο στόχαστρο της άρνησής τους είχαν και τους εκ του ασφαλούς κήρυκες του «δεν ψηφίζω! δεν ψηφίζω!»

Παντ. Μπουκάλας-Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σεβαστείτε το ελεύθερο βήμα σχολιασμού και διαλόγου. Ανωνυμία δεν σημαίνει και ασυδοσία.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Σημείωση : Κάθε υβριστικό , προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται...
Σχόλια με ονομαστικές αναφορές που περιέχουν ατεκμηρίωτες καταγγελίες θα διαγράφονται.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.

Η Πελασγία από ψηλά