Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Η Τόνια Αντωνίου παρουσίασε τον προυπολογισμό της Βουλής



Δραστική μείωση των ελαστικών και των ανελαστικών δαπανών της Βουλής προβλέπει ο προϋπολογισμός του 2011 που παρουσίασε στην Ολομέλεια του Σώματος η Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής κ. Τόνια Αντωνίου, τονίζοντας ότι είναι ένας προϋπολογισμός που χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, αλλά και ειλικρίνεια, από σαφήνεια και αξιοπιστία, από αυστηρότητα, αλλά και πληρότητα ως προς τους στόχους του.
 Όπως ανέφερε η κ. Αντωνίου, το συνολικό ύψος των πιστώσεων που προβλέπει ο προϋπολογισμός της Βουλής για το οικονομικό έτος 2011 είναι 197.988.000 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες πιστώσεις για το 2010 ήταν 218.092.200 ευρώ. Επέρχεται δηλαδή μία μείωση της τάξης του 9,22% που αντιστοιχεί σε 20.104.200 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, μειώνονται:
-         οι βουλευτικές αποζημιώσεις πάνω από 5,8 εκ. ευρώ.
-         οι αποδοχές των υπαλλήλων της Βουλής κατά σχεδόν 7,4 εκ. ευρώ
-         οι προμήθειες εξοπλισμού, βιβλίων, συγγραμμάτων και έντυπου υλικού πάνω από 1,3 εκ. ευρώ.
-         οι δαπάνες τηλεπικοινωνιών, εκθέσεων, εκδόσεων, εκτυπώσεων, συνεδρίων πάνω από 1,8 εκ. ευρώ
-         οι επιχορηγήσεις φορέων κατά 1,4 εκ. ευρώ.
-         οι δαπάνες για τη μίσθωση κτηρίων κατά 730 χιλιάδες ευρώ.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις αποδοχές των βουλευτών, επέρχεται
-         μείωση στην καθαρή βουλευτική αποζημίωση σε ύψος που ξεπερνά τα 3,9 εκ. ευρώ,
-         μείωση στην αποζημίωση για συμμετοχή στα θερινά τμήματα και επιτροπές πάνω από 500 χιλ. ευρώ.
-         μείωση στο επίδομα οργάνωσης γραφείου κατά 1,2 εκ ευρώ
-         μείωση στα έξοδα κίνησης κατά 272 χιλ ευρώ.
Η κ. Αντωνίου παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η επιβάρυνση κάθε Έλληνα από τη λειτουργία της Βουλής είναι ίση με 17,52 ευρώ το χρόνο ή με 1,46 ευρώ το μήνα ή με 0,048 ευρώ την ημέρα. Δηλαδή το ημερήσιο κόστος της δημοκρατίας για κάθε πολίτη είναι μικρότερο από το κόστος ενός μηνύματος που στέλνει από το κινητό του.
Αναφερόμενη σε όσους προχωρούν σε απόλυτο μηδενισμό και απαξίωση της έννοιας της πολιτικής και της θεσμικής της λειτουργίας, επισήμανε ότι ο δρόμος αυτός είναι επικίνδυνος και, μεταξύ άλλων, πρόσθεσε: «Οι περισσότεροι από όσους συγκεντρώνονται έξω από τη Βουλή και ζητούν να καεί, εκφράζοντας με ακραίο τρόπο την αγανάκτησή και τη διαμαρτυρία τους, μάλλον δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακριβώς ποιες συνέπειες θα είχε αυτό το ακραίο σύνθημα, ούτε φαίνεται και να γνωρίζουν από την ιστορία ότι το κάψιμο της Γερμανικής Βουλής το 1933 ήταν και το πέρασμα στη ναζιστική δικτατορία. Γιατί κάθε φορά που η δημοκρατία στήνεται στο απόσπασμα οι σφαίρες βρίσκουν τους πολίτες […] Είναι άλλο να κρίνεις και να ξεχωρίζεις τους έντιμους από τους παράνομους και τους ηθικούς από τους διεφθαρμένους και άλλο να θεωρείς ότι όλοι οι πολιτικοί είναι κλέφτες. Ε δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Η διαφθορά και η παρανομία δεν είναι απρόσωπες και γενικές έννοιες. Η διαφθορά και η παρανομία αφορούν πρόσωπα με ονοματεπώνυμα.  Είτε είναι πολιτικοί είτε είναι πολίτες. Και όσοι καλλιεργούν κλίμα κατά όλων των πολιτικών συλλήβδην θέλουν τελικά είτε να καλύψουν συγκεκριμένα πρόσωπα,  είτε να κρύψουν τον εαυτό τους και τις επιδιώξεις τους, πίσω από τον καπνό και τη σκόνη της γενικής απαξίωσης των πάντων. Από την άλλη πλευρά όμως και εμείς οι πολιτικοί θα πρέπει να επιδεικνύουμε τα ανάλογα αντανακλαστικά και να φροντίζουμε για την αυτοκάθαρσή μας, αποδεικνύοντας στον πολίτη ότι τουλάχιστον από εδώ και πέρα δεν υπάρχει ατιμωρησία, δεν υπάρχει συγκάλυψη, αλλά έρχονται όλα στο φως[…]Μπορεί η δημοκρατία να έχει αδυναμίες, αλλά είναι το μόνο πολίτευμα του οποίου η τήρηση επαφίεται στους πολίτες και αυτό προϋποθέτει όχι μόνο αρχές και αξίες, αλλά και υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης. Αυτό το βαθμό εμπιστοσύνης οφείλουμε να περιφρουρήσουμε πολίτες και πολιτικοί, θωρακίζοντας τους θεσμούς και το κύρος τους, αφού είναι η βάση της δημοκρατίας και ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, γιατί η αποχή δεν είναι λύση. Είναι εκχώρηση δικαιωμάτων μας σε άλλους πιο πρόθυμους οι οποίοι εκλέγουν και εκλέγονται για μας, αντί για μας, συμμετέχουν στα κέντρα λήψης αποφάσεων για μας, αντί για μας, καθορίζουν όσα αφορούν τη δική μας ζωή για μας, χωρίς εμάς».







Η Πελασγία από ψηλά