Η κόρη του Μανώλη Ρασούλη στην πρώτη δηµόσια εξοµολόγησή της για τον θάνατο του πατέρα της Την είχα δει πρώτη φορά στο πλευρό του πριν από δώδεκα - δεκατρία χρόνια. «Η κόρη µου η Ναταλίτσα», µου είχε πει γεµάτος υπερηφάνεια. Ηταν παράξενος άνθρωπος ο Μανώλης. Είχε όλη την αψάδα αλλά και όλη τη γλύκα της Κρήτης µαζί.
Μιλούσε σιγά και το χιούµορ του ήταν σπαρµένο παντού. Την τελευταία φορά που τον είδα, µου είχε πει πως µάζευε χαρτιά για να αποδείξει ότι µπορεί να κάνει µουσική εκποµπή στο κρατικό ραδιόφωνο. «Φέρτε µας βιογραφικό και πτυχίο, και θα δούµε» του είχαν πει οι γραµµατείς και οι φαρισαίοι, και αυτός αντί να φωνάξει, γέλασε. Αυτός που έχει γράψει µερικά από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν ειπωθεί ποτέ, έπρεπε να προσκοµίσει βιογραφικό. «Εγώ έχω τις θέσεις κι αυτοί τις καταθέσεις», όπως σοφά είχε πει.
Τον θάνατό του τον έµαθα και εγώ την
Κυριακή 13 Μαρτίου από τις ειδήσεις. Είχε πεθάνει µια εβδοµάδα πριν, ξηµέρωµα Σαββάτου στο κρεβάτι του, στη Θεσσαλονίκη. «Και ποιος θα βγάζει τώρα τους στοίχους που γίνονται συνθήµατα;», σκέφθηκα. «Οι µάγκες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο», «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε µα η αγάπη µένει», «Ολα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια µένουν», «Αχ Ελλάδα θα σ’ το πω, πριν λαλήσεις πετεινό, δεκατρείς φορές µ’ αρνιέσαι». «Με τα φώτα νυσταγµένα και θολά», «Ολα σε θυµίζουν, απλά κι αγαπηµένα»… Η Ναταλία ήρθε στο ραντεβού µε µάτια κόκκινα. Μαύρο µοντγκόµερι και ας έχει ήλιο. Τη «γέννησε» στο Λονδίνο το ‘73 και την έβγαλε Ναταλία όπως τη γυναίκα του Τρότσκι για να τον τιµήσει. Κάτι τέτοιες κουζουλάδες έκανε ο Μανώλης και έφτασε να τον θεωρούν εγκέφαλο της «17Ν». Αυτόν που δάκρυζε τόσο εύκολα όσο γελούσε. Κάνω προσπάθειες να σταµατήσω τις σκέψεις και να συγκεντρωθώ στη Ναταλία.
Βιολί, κλασική κιθάρα, πιάνο, συµφωνική ορχήστρα, αλλά και συµµετοχή σε χέβι µέταλ συγκροτήµατα. Εχει και αυτή την τρέλα του πατέρα της δηλαδή.
Σου είχε µιλήσει ποτέ για τον θάνατο;
Πριν καµιά δεκαριά χρόνια. Καθόµασταν όπως τώρα οι δυο µας, ήταν µια πολύ ωραία µέρα, ο ήλιος έκαιγε τα πρόσωπά µας, είχε κλείσει τα µάτια και έλεγε: «Πω ρε παιδί µου, µια τέτοια µέρα θέλω να κλείσω τα µάτια, να κοιµηθώ και να φύγω».
Περίπου το πέτυχε, στον ύπνο του έφυγε.
Οχι περίπου, νταν! Μόνο που δεν ήταν στον ήλιο. Ο θάνατος και ο ύπνοςστη µυθολογία ήταν αδέρφια. ∆εν ξέρω τι συνεννόηση κάνανε αυτά τα δύο αδέρφια, αλλά δεν µου άρεσε η συνεννόησή τους. Και νοµίζω ότι µάλλον δεν του άρεσε και εκείνου. Νιώθω ότι του ‘ρθε και εκείνου ξαφνικά όλο αυτό.Τον έβαζε συνέχεια τον θάνατο στα τραγούδιατου. «Κάτσε θάνατε και πες µου τον δικό σου πόνο». Ναι έπαιζε µ’ αυτό. Ελεγε: «∆εν µπορεί να σβήνουµε σαν τα κουνούπια. Τόσοι άνθρωποι, τόσοι µύστες µίλησαν γι’ αυτό...Αποκλείεται». Το θυµάµαι γιατί συνέχεια σκεφτόµουν, τα κουνούπια παφ να σκάνε. Οπότε κι εγώ αυτή τη φορά λέω, ναι αποκλείεται!
Αφησε πολλά πράγµατα στη µέση.
Αν άφησε; Ηταν σε πολύ δηµιουργική περίοδο. Είχε βέβαια κάποιες στεναχώριες τελευταία. Αλλά πάντα έτσι ήταν οµπαµπάς. «Είµαι ο Ευτυχής ∆υστυχίδης» έλεγε. Αυτό ήτανε. Τον τελευταίο καιρό όµως έτρεχε µε ιλιγγιώδη ταχύτητα. Προς τα εκεί; ∆εν µου πήγαινε το µυαλό σε κάτι τέτοιο. Εσκασε νοµίζω. Είχαν µαζευτεί πολλά µαζί.
Για πες µου µερικά;
Είχε χάσει τη δουλειά του στο ραδιόφωνο. Στο Α’ Πρόγραµµα. Ανησυχούσε και µε την κρίση. Γι’ αυτό άλλωστε είχε πάει στην Αυστραλία για να δει αν θα µπορούσε να κάνει συναυλίες. Αν εξαιρέσεις τη Μελίνα Μερκούρη που τον σεβάστηκε, όλοι οι άλλοι υπουργοί Πολιτισµού έκαναν πως δεν τον ήξεραν.
Πόσα χρόνια της ζωής σου έχεις περάσει µε τον πατέρα σου;
Ολη µου τη ζωή. Είχανε χωρίσει οι γονείς µου απ’ όταν ήµουνα δύο χρονών και όποτε ερχόταν να µε πάρει, µου χάριζετον κόσµο όλο.
Και γι’ αυτό, έτσι όπως έγιναν τα πράγµατα… που ήταν έτσι για κάποιες µέρες και δεν είχε βρεθεί… αυτό µε διέλυσε. Μεδιέλυσε. Πώς δεν το κατάλαβα;
Χανόταν συχνά πάντως.
Αν χανόταν; Για µήνες δεν µπορούσες να το βρεις. ∆ηλαδή το παιχνίδι δεν ήταν το κυνήγι του χαµένου θησαυρού, ήταν του χαµένου Μανώλη.
Και εµφανιζόταν ξαφνικά;
Οι καλύτερές µου στιγµές ήταν στην Κρήτη τα καλοκαίρια που χτύπαγε την πόρτα, άνοιγα και τον έβλεπα. Ηταν πολύ µπαµπάς. Στα λούνα παρκ µε κυνηγούσε όλη την ώρα, να κάνω κατακόρυφο, να µε κρατάει για να µην πέσω. Να προχωράµε στην άκρη ενός γκρεµού και να µε γυρίσει ανάποδα για να δω πώς είναι ο κόσµος ανάποδα. Και εγώ τον αγαπούσα όλο και πιο πολύ γι’ αυτό το πράγµα.
Πότε ανέβηκες για πρώτη φορά µαζί του στη σκηνή;
Στα 15 µου, στις Αρχάνες. Ηταν και ο Ακης Πάνου τότε, το καλοκαίρι πριν ξεκινήσουν στο «Επειγόντως». Του πα το «Κάποιο Τρένο» του Δήµου Μούτση. Μπα, λέει, τραγουδάς Ναταλίτσα. Αυτό ήταν, ανέβηκα κιεγώ µαζί τους. Μετά συνεχίσαµε στην Αθήνα. Το βράδυ στο «Επειγόντως» µε τον Ακη Πάνου, το πρωί στο σχολείο. Οταν τελείωνε το τραγούδι, µου έδινε µια φάπα στο κεφάλι. Μια φάπα πολύ τρυφερή. Αυτό σήµαινε ότι όλα ήταν εντάξει.
Ισχύει ότι είχε ζητήσει να γράψουν στον τάφο του «έφυγε πλήρης ιδεών»;
Ισχύει. Θα το γράψω αν και δεν συµφωνώ. Δεν έφυγε πλήρης. Είχε και άλλα ναδώσει. Αυτό που θα έγραφα εγώ είναι µια πρόταση που έλεγε: «Συγκίνηση µεν, συνείδηση δε». Για µένα αυτό ήταν ο µπαµπάς. Συγκίνησηγια οτιδήποτε, αλλά µε συνείδηση.
Πότε το έµαθες;
Κυριακή πρωί, από τον Κωνσταντίνο τον άντρα µου. Ηταν σαν να έπεσε ένας βράχος στο κεφάλι µου. Τεράστιος. Είχαµε µιλήσει πριν από κάποιες µέρες, ήταν ευδιάθετος. Και µετά, άρχισε αυτό το παιχνίδι. Τον παίρνανε οιφίλοι του τηλέφωνο. Δεν τον έβρισκαν.Εµένα δεν µου είχαν πει τίποταγια να µη µε ανησυχήσουν. Λέγανε, «ρε παιδιά µήπως είναι εκεί κάτω στην Κρήτη;» ή «µήπως είναι στην Κατερίνη;». Κάποιοι στα κανάλια δεν τα καταλαβαίνουν αυτά όµως και είπανε βλακείες.
Δεν µε ένοιαξε πολύ για τα κανάλια.Πιο πολύ µε πείραξε που δεν το καταλαβαίνουνε οι κοντινοί του άνθρωποι. Γιατί καιτα κανάλια από κάπου αντλούν τις πληροφορίες τους.
∆εν ήταν µόνος. Ενιωθε όµως µόνος;
Είµαι ένας µόνος, έλεγε συνέχεια. Αλλά εννοούσε ότι παλεύει µόνος τουγι’ αυτά που πιστεύει. Γιατί κατά τα άλλα τη σιχαινότανε τη µοναξιά. Σε σηµείο που όταν ήµουναπιο µικρή, τσαντιζόµουνα κι έλεγα«καλά ρε παιδί µου, δεν µπορούµε να ‘µαστεοι δυο µας µόνο;». Ηταν µονίµως µε παρέα. Είναι πολύ κοινωνικός. Ηταν; Είναι;
Τον έθαψες δίπλα στον Μάνο Λοΐζο. Αυτό ήθελε;
Δεν το είχε πει. Είµαι σίγουρη όµως ότι αυτό θα ήθελε. Τον αγαπούσε πάρα πολύ. Εγώ όταν ήµουνα µικρή, νόµιζα ότι ήταν αδέρφια, ο θείος ο Μάνος κι ο θείος ο Μάνος µού λέγαν. Είναι δίπλα δίπλα, λοιπόν. Τι λένε; Εγώ τους λέω «παιδιά, µιλάτε και στους άλλους τριγύρω, όχι µόνο οι δυο σας, είναικι άλλοι εδώ, µιλήστε µας». Γιατί είναι κι ο Εγγονόπουλος πιο εκεί.
Πηγαίνεις συνέχεια;
Η χαρά µου είναι να πάω. Και µάλιστα γελούσα, γιατί έλεγα στον άντραµου να πάρουµε σκαµπουδάκια που ανοιγοκλείνουν, σαν τους γέρους στις στάσεις, για να καθόµαστε. Εχθές κοίταξα ξαφνικά τονουρανό και είδα έναν γλάρο. «Οι γλάροι πέταξαν µακριά», του τραγουδήσαµε. Του µιλάω, στήνω αυτίµπας και ακούσω τίποτα… ∆εν ξέρω αν είναι σωστό να σου το πω, αλλά πιστεύω ότι αν είχε προειδοποιηθεί, θα τα σχεδίαζε αλλιώς τα πράγµατα. Να καεί ίσως και να πεταχτεί στη θάλασσα…
Και εγώ το πιστεύω. Το έλεγε αυτό για το κάψιµο. Αλλά ο πατέρας µου ήταν αντιφατικός.
Μπορεί να ήτανε µαθητής του Οσσο και να είχε εντρυφήσει στην ινδουιστική φιλοσοφία, αλλά ταυτόχρονα όταν παντρεύτηκα έβγαλε το καπέλο του και πήγε καιφίλησε το χέρι του ιερέα. Είχε ουσιαστικόσεβασµό στην καταγωγή του, οι γονείς του ήταν πολύ θρησκευόµενοι και ο ίδιος όταν ήταν παιδάκιέψελνε στον Αγιο Μηνά.
Εχεις ακούσει κανένα τραγούδι του από τότε;
Δεν µπορώ. Ακουσα το «Νιώσε µε» και αναγκάστηκαν να το κλείσουν άλλοι. Μου ήταν αδύνατον. Εχω ένα τραγούδι του όµως στο µυαλό µου. «Τα µαλλιά σου είναι µια πατρίδα». Ούτε το τραγουδήσαµε ποτέ πουθενά, ούτε… Αλλά αυτό µου έρχεται, δεν ξέρω γιατί. Πολλές φορές τον ρωτάω, γιατί αυτό το τραγούδι;
Σου τραγουδούσε;
Πολύ, πολύ. Και στον δρόµο. Ηταν αστείο γιατί είχαµε και τις ίδιες κινήσεις. Ας πούµε, περπατούσαµε και κλωτσάγαµε τα ίδια πετραδάκια. Και οι δύο µε τα χέρια στις τσέπες. Κι εγώ το έχω αυτό το συνήθειο.Ηµουν πολύ τυχερή που τον γνώρισα αυτόν τονάνθρωπο και ακόµα πιο τυχερή που ήτανο µπαµπάς µου.
Γιατί µε έµαθε να βλέπωέναν κόσµο που είναι πολύ πιο όµορφος από αυτό που φαίνεται. Το πρωί ή το βράδυ είναι πιο δύσκολα;
Συνέχεια. Δεν ξέρω πώς είναι η ζωή χωρίς τον γονιό σου. Εκείνος είχε τις απαντήσεις για όλα. Μπορούσα να τον ρωτήσω χιλιάδες πράγµατα και να ‘χει κάτι να απαντήσει. Τώρα θέλω να µου πει τι γίνεται. Τώρα αυτό θέλω να µου πει. Οσο περνούν οι µέρες είναι πιο εύκολα;
Το αντίθετο. Εγώ είµαι συνηθισµένη να µην τον βλέπω για πολύκαιρό. Επειδή ταξίδευε πολύ. Θα έρθειόµως η στιγµήπου θα πρέπει να τον δω. Φοβάµαι ότι τα πολύ δύσκολα δεν τα έχω νιώσει ακόµα. Τώρα ξαφνικά ακόµα και ο κινηµατογράφος, που του άρεσε, δεν έχει νόηµα. Ούτε το τραγούδι έχει νόηµα. Ούτε η µουσική. Τίποτε για µένα,αυτή τη στιγµή, δεν έχει το ίδιο νόηµα.
Εχω την υποψία πάντως ότι δεν θα σε ήθελε στεναχωρηµένη.
Αυτό το χατίρι δεν µπορώ να του το κάνω τώρα. Αν προσπαθήσει λίγο περισσότερο να µου πει κάτι, µπορείνα το καταφέρω.Αλλά δεν µπορώ ακόµα.
Τι θα κάνατε απόψε;
Αν δεν πηγαίναµε σινεµά, θα τρώγαµε στο σπίτι. Εβλεπε ειδήσεις, α ου, αρχίζαµε, λέγαµε. Θα έπαιζε µε τον Αλέξανδρο µετον οποίο µοιάζουν κιόλας, αυτό ήταν το πιο αστείο.Γιατί έβλεπες έναν µεγάλο κι ένα µικρό. Μετά άµα πετύχαινε κανένα ποδόσφαιρο, άρχιζε να το φιλοσοφεί. «Αυτός ρε παιδί µου είναι βιρτουόζος!». Στο τέλος καταλήγαµε να βλέπουµε βίντεο. «Αυτή η Γκάγκα είναι άπαιχτη». Μπορεί να ακούγαµε από Καζαντζίδη µέχρι Beyonce µε την ίδια πώρωση. Ε, µόνο αυτόν τον άνθρωπο ξέρω να το κάνει αυτό. Κανέναν άλλον. Και θέλω να τον παρακαλέσω, έστω και από εκεί που είναι, κάπως να τοξανακάνουµε µε κάποιο τρόπο. Τίποτα άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σεβαστείτε το ελεύθερο βήμα σχολιασμού και διαλόγου. Ανωνυμία δεν σημαίνει και ασυδοσία.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Σημείωση : Κάθε υβριστικό , προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται...
Σχόλια με ονομαστικές αναφορές που περιέχουν ατεκμηρίωτες καταγγελίες θα διαγράφονται.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.