Το ερώτημα δεν ετέθη ακριβώς ως... ερώτημα στον πρωθυπουργό, αλλά ως ιδεολογικοπολιτικό επιχείρημα στην εσωτερική σύγκρουση της αντιπολίτευσης.
Το ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ αμέσως μετά την εξαγγελία του νέου κόμματος από τον
Αλέξη Τσίπρα, το αντέστρεψε η νεοσύστατη ΕΛΑΣ, και από τότε πλανάται
πάνω από κάθε πολιτική συζήτηση στην Κεντροαριστερά. Ποιον θέλει για
βασικό αντίπαλο ο Κυριάκος Μητσοτάκης ώστε να τον κερδίσει με μεγαλύτερη
ευκολία; Τον Νίκο Ανδρουλάκη ή τον Αλέξη Τσίπρα;
Ο Μητσοτάκης δεν απάντησε... αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης υποστηρίζει περίπου το εξής: ο Μητσοτάκης θέλει τον Τσίπρα επειδή τον έχει νικήσει επανειλημμένα και επειδή η κοινωνία κουβαλά ακόμη ισχυρά αντισώματα απέναντι στην περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι ο ίδιος δυσκολεύει περισσότερο τη Νέα Δημοκρατία ακριβώς επειδή κινείται στον χώρο του Κέντρου, εκεί όπου παραδοσιακά κρίνονται οι εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, το στρατόπεδο Τσίπρα αντιστρέφει πλήρως την ανάλυση. Υποστηρίζει ότι ο πραγματικά βολικός αντίπαλος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ο Ανδρουλάκης. Οχι επειδή θα είναι χρήσιμος μετεκλογικά στη Ν.Δ., αλλά επειδή παραμένει πολιτικά περιορισμένος. Επειδή δεν παράγει πάθος, κοινωνική κινητοποίηση ή αίσθηση ανατροπής. Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε για μεγάλο διάστημα σχεδόν μόνο του στον χώρο της Κεντροαριστεράς, χωρίς ισχυρό αντίπαλο και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να πλησιάσει τα ποσοστά της Ν.Δ. Αν επρόκειτο, λένε, να δημιουργήσει ρεύμα εξουσίας, θα το είχε ήδη κάνει.
Ποια είναι όμως η αλήθεια; Αν πρέπει να αποφασίσουμε οπωσδήποτε ανάμεσα σε Τσίπρα και Ανδρουλάκη, τότε η απάντηση είναι σύνθετη. Βραχυπρόθεσμα, πιο βολικός είναι ο Ανδρουλάκης. Αυτό πιστεύει και η κοινωνία, όπως έδειξε εμφατικά και η προχθεσινή δημοσκόπηση της Alco. Δυσκολεύει λιγότερο τη Ν.Δ., επειδή δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει αίσθηση εναλλακτικής εξουσίας. Παρά τις υποκλοπές, τα Τέμπη, την ακρίβεια, την κυβερνητική φθορά και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να γίνει κυρίαρχο ρεύμα. Οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν μεγάλη απόσταση από τη Ν.Δ. και αδυναμία ανόδου. Το βασικό πρόβλημα του Ανδρουλάκη δεν είναι η εικόνα του μονίμως θυμωμένου. Είναι ότι δεν παράγει πολιτική αγωνία στο σύστημα εξουσίας. Δεν δημιουργεί αίσθηση επικείμενης ανατροπής, δεν συσπειρώνει αντικυβερνητικό ρεύμα με δυναμική πλειοψηφίας.
Στρατηγικά ο Τσίπρας είναι πιο επικίνδυνος. Γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να αλλάξει την ατζέντα μόνο με την παρουσία του. Να δημιουργήσει φόβο, πόλωση, συσπείρωση, ένταση και αίσθηση «μάχης για την επιστροφή». Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις ανακοίνωσε κόμμα άρχισε να πιέζει το ΠΑΣΟΚ και να αναδιατάσσει ολόκληρη την Κεντροαριστερά. Αυτό σημαίνει ότι ο Τσίπρας μπορεί να ξαναδημιουργήσει πολιτικό δίπολο. Και οι κυβερνήσεις φοβούνται πάντα τα δίπολα περισσότερο από τις αντιπολιτεύσεις. Επικοινωνιακά όμως ο Τσίπρας ενεργοποιεί μνήμες 2015, capital controls, δημοψηφίσματος και αντι-ΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά στη μεσαία τάξη. Κάθε φορά που η πολιτική συζήτηση επιστρέφει στο δίπολο «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», η Ν.Δ. συσπειρώνεται ευκολότερα. Αυτό αποτυπώνεται ήδη στις μετρήσεις όπου, παρά την επιστροφή Τσίπρα και τη γενική ρευστότητα, η Ν.Δ. κρατά μεγάλες διαφορές και υψηλή καταλληλότητα πρωθυπουργού.
Συνεπώς, η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από τα εσωτερικά αδιέξοδα της Κεντροαριστεράς. Διότι, όσο ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας προσπαθούν να αποδείξουν ποιος είναι πιο ακίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία, στην πράξη αποδυναμώνουν ο ένας τον άλλον. Το ΠΑΣΟΚ φοβάται ότι θα ξαναπιεστεί από έναν επανακάμψαντα Τσίπρα. Ο τελευταίος γνωρίζει ότι χωρίς λεηλασία του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να γίνει ξανά κυρίαρχος στον χώρο. Και κάπου εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα της σημερινής αντιπολίτευσης. Συζητά περισσότερο ποιον «θέλει» για αντίπαλο ο Μητσοτάκης, παρά ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα από αυτόν. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το πραγματικό «όνειρο» του Μαξίμου δεν είναι ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Ανδρουλάκης μόνοι τους. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν καλά ότι αυτό που πραγματικά τους εξυπηρετεί είναι ακριβώς η σημερινή κατάσταση, δηλαδή η μόνιμη σύγκρουση μεταξύ τους. Να μην κυριαρχήσει κανείς πλήρως, να αλληλοϋπονομεύονται, να παραμένει η αντιπολίτευση σε κατάσταση μόνιμης εσωτερικής διαπραγμάτευσης.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο πολιτικό κέρδος του πρωθυπουργού σήμερα. Γιατί τελικά οι κυβερνήσεις δεν επιβιώνουν μόνο επειδή είναι ισχυρές. Επιβιώνουν και όταν απέναντί τους δεν διαμορφώνεται καθαρή εναλλακτική εξουσία. Οταν η κοινωνία βλέπει περισσότερη αγωνία ηγεμονίας παρά σχέδιο διακυβέρνησης. Αν το δούμε ψυχρά πολιτικά, ο πιο βολικός αντίπαλος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη έως σήμερα είναι ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης και όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Και θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρηθεί αυτό το κλίμα.
Ο Μητσοτάκης δεν απάντησε... αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης υποστηρίζει περίπου το εξής: ο Μητσοτάκης θέλει τον Τσίπρα επειδή τον έχει νικήσει επανειλημμένα και επειδή η κοινωνία κουβαλά ακόμη ισχυρά αντισώματα απέναντι στην περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι ο ίδιος δυσκολεύει περισσότερο τη Νέα Δημοκρατία ακριβώς επειδή κινείται στον χώρο του Κέντρου, εκεί όπου παραδοσιακά κρίνονται οι εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, το στρατόπεδο Τσίπρα αντιστρέφει πλήρως την ανάλυση. Υποστηρίζει ότι ο πραγματικά βολικός αντίπαλος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ο Ανδρουλάκης. Οχι επειδή θα είναι χρήσιμος μετεκλογικά στη Ν.Δ., αλλά επειδή παραμένει πολιτικά περιορισμένος. Επειδή δεν παράγει πάθος, κοινωνική κινητοποίηση ή αίσθηση ανατροπής. Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε για μεγάλο διάστημα σχεδόν μόνο του στον χώρο της Κεντροαριστεράς, χωρίς ισχυρό αντίπαλο και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να πλησιάσει τα ποσοστά της Ν.Δ. Αν επρόκειτο, λένε, να δημιουργήσει ρεύμα εξουσίας, θα το είχε ήδη κάνει.
Ποια είναι όμως η αλήθεια; Αν πρέπει να αποφασίσουμε οπωσδήποτε ανάμεσα σε Τσίπρα και Ανδρουλάκη, τότε η απάντηση είναι σύνθετη. Βραχυπρόθεσμα, πιο βολικός είναι ο Ανδρουλάκης. Αυτό πιστεύει και η κοινωνία, όπως έδειξε εμφατικά και η προχθεσινή δημοσκόπηση της Alco. Δυσκολεύει λιγότερο τη Ν.Δ., επειδή δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει αίσθηση εναλλακτικής εξουσίας. Παρά τις υποκλοπές, τα Τέμπη, την ακρίβεια, την κυβερνητική φθορά και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να γίνει κυρίαρχο ρεύμα. Οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν μεγάλη απόσταση από τη Ν.Δ. και αδυναμία ανόδου. Το βασικό πρόβλημα του Ανδρουλάκη δεν είναι η εικόνα του μονίμως θυμωμένου. Είναι ότι δεν παράγει πολιτική αγωνία στο σύστημα εξουσίας. Δεν δημιουργεί αίσθηση επικείμενης ανατροπής, δεν συσπειρώνει αντικυβερνητικό ρεύμα με δυναμική πλειοψηφίας.
Στρατηγικά ο Τσίπρας είναι πιο επικίνδυνος. Γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να αλλάξει την ατζέντα μόνο με την παρουσία του. Να δημιουργήσει φόβο, πόλωση, συσπείρωση, ένταση και αίσθηση «μάχης για την επιστροφή». Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις ανακοίνωσε κόμμα άρχισε να πιέζει το ΠΑΣΟΚ και να αναδιατάσσει ολόκληρη την Κεντροαριστερά. Αυτό σημαίνει ότι ο Τσίπρας μπορεί να ξαναδημιουργήσει πολιτικό δίπολο. Και οι κυβερνήσεις φοβούνται πάντα τα δίπολα περισσότερο από τις αντιπολιτεύσεις. Επικοινωνιακά όμως ο Τσίπρας ενεργοποιεί μνήμες 2015, capital controls, δημοψηφίσματος και αντι-ΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά στη μεσαία τάξη. Κάθε φορά που η πολιτική συζήτηση επιστρέφει στο δίπολο «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», η Ν.Δ. συσπειρώνεται ευκολότερα. Αυτό αποτυπώνεται ήδη στις μετρήσεις όπου, παρά την επιστροφή Τσίπρα και τη γενική ρευστότητα, η Ν.Δ. κρατά μεγάλες διαφορές και υψηλή καταλληλότητα πρωθυπουργού.
Συνεπώς, η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από τα εσωτερικά αδιέξοδα της Κεντροαριστεράς. Διότι, όσο ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας προσπαθούν να αποδείξουν ποιος είναι πιο ακίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία, στην πράξη αποδυναμώνουν ο ένας τον άλλον. Το ΠΑΣΟΚ φοβάται ότι θα ξαναπιεστεί από έναν επανακάμψαντα Τσίπρα. Ο τελευταίος γνωρίζει ότι χωρίς λεηλασία του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να γίνει ξανά κυρίαρχος στον χώρο. Και κάπου εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα της σημερινής αντιπολίτευσης. Συζητά περισσότερο ποιον «θέλει» για αντίπαλο ο Μητσοτάκης, παρά ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα από αυτόν. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το πραγματικό «όνειρο» του Μαξίμου δεν είναι ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Ανδρουλάκης μόνοι τους. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν καλά ότι αυτό που πραγματικά τους εξυπηρετεί είναι ακριβώς η σημερινή κατάσταση, δηλαδή η μόνιμη σύγκρουση μεταξύ τους. Να μην κυριαρχήσει κανείς πλήρως, να αλληλοϋπονομεύονται, να παραμένει η αντιπολίτευση σε κατάσταση μόνιμης εσωτερικής διαπραγμάτευσης.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο πολιτικό κέρδος του πρωθυπουργού σήμερα. Γιατί τελικά οι κυβερνήσεις δεν επιβιώνουν μόνο επειδή είναι ισχυρές. Επιβιώνουν και όταν απέναντί τους δεν διαμορφώνεται καθαρή εναλλακτική εξουσία. Οταν η κοινωνία βλέπει περισσότερη αγωνία ηγεμονίας παρά σχέδιο διακυβέρνησης. Αν το δούμε ψυχρά πολιτικά, ο πιο βολικός αντίπαλος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη έως σήμερα είναι ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης και όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Και θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρηθεί αυτό το κλίμα.
Μπ. Κούτρας-ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σεβαστείτε το ελεύθερο βήμα σχολιασμού και διαλόγου. Ανωνυμία δεν σημαίνει και ασυδοσία.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Σημείωση : Κάθε υβριστικό , προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται...
Σχόλια με ονομαστικές αναφορές που περιέχουν ατεκμηρίωτες καταγγελίες θα διαγράφονται.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.