Αχός βαρύς ακούεται από τα έγκατα της πλατείας Κουμουνδούρου.
Είναι το νταβαντούρι του καβγά. Οι οιμωγές της απόγνωσης. Το τρίξιμο των αλυσίδων των χθεσινών φαντασμάτων. Η εκκωφαντική βοή της βαλβίδας εξαέρωσης μιας κουτσά στραβά συγκροτημένης υπόστασης. Μα πιο πολύ, είναι ο τρανταχτός θόρυβος από τα υστερικά γέλια για το θεατρικό ανέβασμα μιας φάρσας.
Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ μεταδίδει εμφατικά το ακέραιο συναίσθημα μιας αδίστακτης ειρωνείας. Κρατάει ακόμη τα κλειδιά των γραφείων, τη σφραγίδα, το σήμα, τη κρατική επιχορήγηση του. Υποτίθεται και τα ηνία της κοινοβουλευτικής ομάδας του. Μοιάζει, όμως, σαν τα παλιά καράβια που αλλάζουν σημαίες μεσοπέλαγα για να συνεχίσουν να ταξιδεύουν.
Παλεύει με τον εαυτό και τις σκιές του σε φουρτούνες. Με διαγραφές, αποχωρήσεις, κατακερματισμό, πικρίες. Το χειρότερο, δρομολογεί στο δημόσιο χώρο συνθήκες αυτοδιάλυσης, ευτελισμού, ταπείνωσης των ψηφοφόρων που τον εμπιστεύτηκαν στις κάλπες . Με μια λέξη κατάντια.
Δεν είναι απλώς η διαγραφή από τη Κ.Ο. του Παύλου Πολάκη από το Σωκράτη Φάμελλο που επισπεύδει μια μοιραία ρότα προς ένα ακόμη καταστροφικό ναυάγιο. Με το «αψύ» Κρητικό να τη περιφέρει ως















