Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού ξεκίνησε με ένα σπάνιο πολιτικό πλεονέκτημα αν και απόλυτα προσωποπαγές. Δεν χρειαζόταν να «χτίσει» αναγνωρισιμότητα, να αναζητήσει αφήγημα ή να πείσει ότι εκπροσωπεί την κοινωνική αγανάκτηση. Είχε ήδη στη διάθεσή του ένα ισχυρό ηθικό και συναισθηματικό κεφάλαιο, το οποίο είχε δημιουργηθεί μέσα από την τραγωδία των Τεμπών και τον δίκαιο αγώνα των οικογενειών για δικαιοσύνη.
Μόνο που η πολιτική δεν είναι διαδήλωση, ούτε τηλεοπτική παρουσία. Είναι οργάνωση, πρόγραμμα, επιλογή προσώπων, κανόνες λειτουργίας, συλλογική ευθύνη και δυνατότητα διαχείρισης κρίσεων.
Εκεί ακριβώς άρχισε η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» να αποτυγχάνει.
Λίγους μήνες μετά την επίσημη παρουσίασή της, η εικόνα της πολιτικής ορμής έχει αντικατασταθεί από φυλλορροή στελεχών, δημόσιες καταγγελίες, εσωτερική καχυποψία και δημοσκοπική υποχώρηση. Πρόσωπα που είχαν συνδεθεί με το εγχείρημα αποχωρούν το ένα μετά το άλλο, καταγγέλλοντας έλλειψη διαδικασιών, προσωπικά κέντρα επιρροής και απόσταση ανάμεσα στις αρχικές διακηρύξεις και στην πραγματική λειτουργία του κόμματος.
Οι αποχωρήσεις και οι βαριές καταγγελίες
Ο Βασίλης Κοκοτσάκης, πρόσωπο με έντονη παρουσία στην















