Ένα από τα μεγάλα ταμπού της Μεταπολίτευσης ήταν ο στρατός. Το τίμημα που πλήρωσαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και η χώρα, για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν τεράστιο. Τα πρώτα χρόνια, νεαροί αξιωματικοί ή σπουδαστές σε στρατιωτικές σχολές φοβούνταν να φορέσουν στολή. Συχνά τους λοιδορούσαν σαν να έφταιγαν εκείνοι για τους επίορκους πραξικοπηματίες και τα εγκλήματά τους. Επειδή είμαστε μια βαθιά μεσογειακή χώρα, η αντίδραση απέναντι στη «στρατοκρατορία» έφτασε στο άλλο άκρο. Μπήκε ο συνδικαλισμός στη μέση, η έννοια της πειθαρχίας γελοιοποιήθηκε και η άνοδος στην ιεραρχία περνούσε αναγκαστικά μέσα από κομματικά γραφεία. Ήταν, προφανώς, ανάγκη να μπει ο στρατός «στη θέση του», να περιοριστεί στον αυστηρά καθορισμένο θεσμικό του ρόλο.
Φτάσαμε όμως στο άλλο άκρο. Πρωθυπουργοί ή υπουργοί ρωτούσαν ενίοτε αν υπάρχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τη χώρα το οποίο προέβλεπε τον ενεργό ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων, πέρα από όσα επέβαλλε η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ. Η αφορμή ήταν σενάρια ακραίων καταστροφών ή σοβαρών επεισοδίων από παράνομους μετανάστες σε κάποιο νησί. Η συνήθης απάντηση ήταν ότι















